Το δημόσιο πένθος των μέσων μαζικής ενημέρωσης για το θάνατο του Michael Jackson ήταν αναμενόμενο για ένα πρόσωπο που τα έθρεψε και τράφηκε από αυτά σε μια συμβιωτική σχέση της οποίας η λήξη σηματοδότησε και την πτώση του ειδώλου. Το δημόσιο πένθος στο Facebook όχι. Συνειδητοποίησα διαβάζοντας posts και σημειώσεις ότι δεν πρόκειται τόσο για εκδήλωση σεβασμού στο καλλιτεχνικό μέγεθος όσο για σπονδή στην παιδική τους ηλικία, στα πάρτι μασκέ του δημοτικού που μετά το «Ροκ σκα σκα» ακολουθούσε το Billie Jean και στις εφηβικές ερωτικές ανησυχίες που συνοδεύονταν από τους ήχους του Liberian Girl στα κλαμπ των late ‘80s. Όταν τα 50 something είδωλα αρχίζουν και πεθαίνουν, είναι υπόμνηση στους 30 something να ξεκινούν τους απολογισμούς τους. Και τελικά νομίζω ότι καλύτερα από όλους μας και για όλους μας τα λένε οι Postal Service.
Friday, June 26, 2009
Wednesday, June 17, 2009
Marbles in the mouth
Ένα από τα προβλήματα της σύγχρονης ελληνικής δημοσιογραφίας είναι ότι έχει ξεχάσει πως όποια "τιμή" κι αν γίνεται σε κάποιον αυτός διατηρεί το δικαίωμα στην ανεξαρτησία της γνώμης του χωρίς να θεωρεί εαυτόν υποχρεωμένο να γλύφει τους τιμώντες.
Sunday, June 14, 2009
Cute cat
Το δυσάρεστο των ευρωεκλογών δεν ήταν ακριβώς η ατμόσφαιρά τους, πολιτική, δημοσκοπική ή δημοσιογραφική. Ήταν η γεύση τους. Και τη γεύση δεν είθισται να τη δίνουν μόνο όσοι κατ’ επάγγελμα ασχολούνται με τις εκλογικές διαδικασίες, αλλά εκείνοι που ψηφίζουν. Σε αντίθεση με όσους επιλέγουν να απέχουν. Οπωσδήποτε, μια δυνατότητα που παρέχεται στον πολίτη δεν προσφέρεται ούτε προς επιδοκιμασία ούτε προς καταδίκη. Είναι απλώς άλλη μία επιλογή, πλάι σε όλες τις υπόλοιπες εντός του πολιτεύματος. Ωστόσο, όπως και εκείνες, έχει συγκεκριμένες, όχι αφηρημένες συνέπειες. Μία εκ των οποίων είναι ότι η αποχή αναδεικνύει τις μειοψηφίες σε ρυθμιστές.
Πράγματι, κάποιοι χάνουν τον ύπνο τους με την αποχή, για διαφορετικό όμως λόγο από αυτόν που νομίζουν οι απέχοντες. Το μήνυμα της αποδοκιμασίας λαμβάνεται, αν και σε άλλο μήκος κύματος από αυτό που εκπέμπουν. Δεν σημαίνει ότι το πολιτικό σύστημα θα κινηθεί απαραίτητα για την εκ νέου ενσωμάτωσή τους, κι αυτό γιατί η απουσία λόγου δεν είναι λόγος. Επομένως, η αποχή ως ακαθόριστος λόγος είναι ασαφής και δεν δίνει κατευθύνσεις – ή μάλλον δίνει, αλλά η διερεύνησή τους απαιτεί δαπάνη ενέργειας που το πολιτικό σύστημα διστάζει να ξοδέψει. Κι αυτό γιατί υπάρχουν σαφέστερες κατευθύνσεις προς τις οποίες μπορεί να κινηθεί, εκείνες που του υποδεικνύουν όσοι συμμετέχουν ακόμη. Με άλλα λόγια, εκείνο που διασφαλίζει η αποχή είναι η αύξηση της επιρροής των όσων προσέρχονται στις κάλπες, αναδεικνύοντας μεγέθη που σε άλλη περίπτωση θα είχαν μειωμένη απήχηση. Eίναι ευκολότερο να στραφεί κανείς προς τους υπάρχοντες ψηφοφόρους παρά να διακινδυνεύσει να απευθυνθεί χωρίς τη βεβαιότητα επιτυχούς προσέγγισης, σε κάποιους των οποίων η συμμετοχή στη διαδικασία είναι αβέβαιη. Κάπως έτσι, σε εκλογικό επίπεδο, το 7% μπορεί να συμπαρασύρει ένα ολόκληρο σύστημα στη δική του ατζέντα, η οποία τελικά μπορεί να βολέψει και τους απέχοντες: επαγγέλλεται τουλάχιστον καθαρές παραλίες – από λαθρομετανάστες, εννοείται.